Την Κλίμακα, το αριστούργημα αυτό της ελληνορθοδόξου γραμματείας, το ιερογράφημα του θεοβαδίστου Όρους, πάντοτε την εμελετώμεν μετά πόθου. Ηγωνιζόμεθα να την αντιγράφωμεν εις τας μυστικάς δέλτους της ψυχής μας. Την καθιερώσαμεν, μετά τα θεόπνευστα λόγια της Αγίας Γραφής, πνευματικόν καθοδηγητήν, συμφώνως προς τας οδηγίας των αειμνήστων Γερόντων μας, οι οποίοι παιδιόθεν μας εμύησαν εις την ατραπόν της αγγελικής πολιτείας. Η Κλίμαξ όμως που εδιαβάζομεν ήτο η μετάφρασις του Σιναΐτου Αρχιμανδρίτου Ιερεμίου, η οποία εξεδόθη πρό 204 ακριβώς ετών. Μάλλον δεν πρόκειται περί μεταφράσεως, αλλά περί εκτεταμένης ερμηνευτικής αναλύσεως, εφ’ όσον μια σειρά του κειμένου αντιστοιχεί με πέντε ή δέκα ή και περισσοτέρας σειράς ιδικάς της. (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)
‘Ονειρα και θαύματα του Λαού (Βιβλιοπαρουσίαση)
Συνωστισμένες στο Ζάλογγο.
Στις μέρες μας, λοιπόν, στα πλαίσια της (αποδομητικής;) κριτικής των «εθνικών αφηγήσεων», οι οποίες επέτρεψαν τη συγκρότηση και την εδραίωση του εθνικού κράτους, μαζί με άλλους κομβικούς «εθνικούς μύθους» -κρυφό σχολειό, κήρυξη της επανάστασης την 25η Μαρτίου κ.ά.-, επιχειρείται και η «απομυθοποίηση» του Σουλίου και των Σουλιωτών. Και το επιχείρημα, ή μάλλον η δικαιολογία, που προβάλλεται, είναι πως επιβάλλεται να «ξαναγραφτεί» η ιστορία, χρησιμοποιώντας νέα ερευνητικά και θεωρητικά εργαλεία.
Πράγματι, κάθε γενιά, κάθε εποχή, οφείλει να επανεξετάζει τα ιστορικά γεγονότα και να συμπληρώνει, να διορθώνει, κάποτε και να αναθεωρεί αν χρειαστεί, υπό το φως νέων πηγών και νέων ιδεών. Ωστόσο, θα πρέπει να ξαναγραφτεί για να φωτιστεί και όχι για να αποσιωπηθούν πτυχές της ή ακόμα και να διαστρεβλωθεί. Έτσι, πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη μια σύγχρονη ιστορική έρευνα που δεν μένει στα εργαλεία και τις πηγές που υπήρχαν στην εποχή του Παπαρρηγόπουλου. Η ενδελεχής έρευνα των πηγών, η χρήση της οικονομικής ιστορίας, ακόμα και η σχετική αποστασιοποίηση από τα ιστορικά γεγονότα, δεν είναι μόνον θεμιτές αλλά και αναγκαίες.
Οι επικρίσεις μας λοιπόν στους αποδομητές ιστορικούς δεν αφορούν εν τέλει στην απομυθοποιητική τους πρόθεση -που, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά, αποκαλύπτοντας κρυμμένες πλευρές της ιστορίας- αλλά μάλλον στην επιχειρούμενη συστηματική διαστρέβλωση και αποσιώπηση της ιστορικής αλήθειας.
Είναι θεμιτό και αναγκαίο να διερευνηθεί η οργάνωση και ο ρόλος των πατριών, ή οι οικονομικές σχέσεις εξάρτησης των παρασουλιώτικων χωριών από τις μεγάλες φάρες του Σουλίου κ.λπ. Ωστόσο, δεν μπορεί να παρασιωπηθεί ή να υποβαθμιστεί το στοιχείο της αγωνιστικότητας, της μαχητικότητας και του ηρωισμού των Σουλιωτών, ή οι μέθοδοι και τα στρατηγήματα που χρησιμοποιούσαν κατά τις αναρίθμητες συγκρούσεις τους. Και αυτό όχι μόνο, ή κυρίως, για λόγους εθνικού φρονηματισμού -για το Σούλι θα μπορούσε να γράψει και κάποιος ξένος ιστορικός- αλλά διότι αυτό το στοιχείο είναι συστατικό της σουλιώτικης κοινότητας. Αυτή δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει χωρίς το αγωνιστικό/ηρωικό στοιχείο που σφραγίζει άνδρες, γυναίκες και παιδιά μιας πολεμικής ομοσπονδίας. Θα ήταν ως εάν γράφαμε για τη Σπάρτη παραγνωρίζοντας ή υποβαθμίζοντας το επίσης ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο και μέναμε μόνο στις σχέσεις με τους είλωτες, τους περιοίκους κ.λπ. Όμως, η Σπάρτη και το Σούλι ήταν κατ’ εξοχήν πολεμικές κοινότητες και το ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο ήταν προϋπόθεση της ύπαρξής τους.
Και είναι κρίμα το ότι πιο πρόσφατα έργα για το Σούλι -σε μία εποχή που εκπονούνται ελάχιστες σχετικές μελέτες-γράφτηκαν με στόχο τους Σουλιώτες, δηλαδή την αποδόμησή τους. Κατ’ αρχάς, διότι, υποβαθμίζοντας το Ζάλογγο και τη Δέσπω, «ξεχνώντας» τη Λένη Μπότσαρη, αμφισβητώντας την αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, μεταβάλλοντας σε κυριολεκτικό θήραμα μιας δήθεν αντικειμενικής ιστοριογραφίας τον Φώτο Τζαβέλα, αποτυγχάνουν στην ίδια την αναπαράσταση της σουλιώτικης κοινότητας, για την οποία ανάλογες πράξεις ηρωισμού αποτελούσαν προϋπόθεση της επιβίωσής της και κομβικό στοιχείο της «ιδιοπροσωπίας» της. Επί πλέον, εξ αιτίας των εθνοαποδομητικών αντιλήψεων και των συναφών ιδεολογικών παρωπίδων, το έργο τους -κατ’ εξοχήν εκείνο της Ψιμούλη, με τις σχετικές αναλήθειες, παρασιωπήσεις και διαστρεβλώσεις- σκιάζεται στο σύνολό του από την υποψία της αναξιοπιστίας. Για να αναγνωστεί από τον οποιονδήποτε επιμελή αναγνώστη, θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν όγκο παραπεμπόμενων βιβλίων και εγγράφων, μια και δεν έχουμε να κάνουμε με περιστασιακά λάθη και παρασιωπήσεις, αλλά με ένα συστηματικό εγχείρημα αποδόμησης των Σουλιωτών, και της… ιστορικής αλήθειας, παρεμπιπτόντως.
Εξ άλλου, όσα ήδη προανέφερα για την αιτιολόγηση της αγωνιστικής/ηρωικής φύσης της σουλιώτικης κοινότητας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια μορφή… θεμιτής απομυθοποίησης, διότι το ηρωικό στοιχείο τοποθετείται μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια και δεν εμφανίζεται πέραν και υπεράνω της ιστορίας. Αν, λοιπόν, με το επιχείρημα της απομυθοποίησης, μια ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών, από το ένα άκρο, δηλαδή τη σχεδόν αποκλειστική επικέντρωση στην περιγραφή γεγονότων, κατεξοχήν πολεμικών, οδηγείται στο αντίθετο, δηλαδή σε μια καταγραφή των δημογραφικών, οικονομικών, κοινωνικών, γεωγραφικών δεδομένων, συρρικνώνοντας και διαστρεβλώνοντας τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τότε βαρύνεται από έναν αντίστροφο και πιο επικίνδυνο στραβισμό. Πόσο μάλλον αν διαστρέφει και τα σχετικά στοιχεία για να προσλάβει το ζητούμενο.
Γι’ αυτό, για την ιστορία του Σουλίου, θα συνεχίσουμε να προσφεύγουμε προνομιακά στον Περραιβό, τον Λαμπρίδη, τον Αραβαντινό, τον Παπακώστα ή ακόμα και τον Μπενέκο. Διότι, παρά τους περιορισμούς της εποχής τους, είχαν εντοπίσει τα κομβικά στοιχεία της σουλιώτικης «ιδιοπροσωπίας».
Μια σύγχρονη ιστορία του Σουλίου εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, και ελπίζω αυτή η μικρή μελέτη να βοηθήσει όποιον ή όποια αναλάβει να φέρει σε πέρας μια επί τέλους ολοκληρωμένη και ισορροπημένη ιστορία των Λακεδαιμονίων της Ηπείρου.
Απολυτίκιον της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου
Έλα Φώς
Οι εκδόσεις «Θεσβίτης» της Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Θήρας παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του πρωτοπρεσβυτέρου π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου για τον νέο Άγιο της Εκκλησίας μας, Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.
Το κείμενο χαρακτηρίζεται από παραστατικότητα και ζωντάνια, ενώ η όλη πρωτότυπη σύλληψη συγγραφής του (καθώς παρουσιάζεται ο όσιος Εφραίμ να διηγείται ο ίδιος περιστατικά του βίου) το καθιστά πρωτότυπο και ιδιαίτερα ελκυστικό για τον αναγνώστη.
Ο διαδεκριμένος θεολόγος, ιεροκήρυκας και συγγραφέας π. Σπυρίδων Βασιλάκος, εφημέριος του Προσκυνηματικού Ναού του Ευαγγελιστού Λουκά Θηβών, θα μπορούσαμε να πούμε πως «σπούδασε» όχι μόνο όλα όσα έχουν μέχρι στιγμής γραφεί για τον όσιο αλλά, ερχόμενος σε προσωπική επαφή με Θηβαίους συγγενείς και ανθρώπους που συνδεόταν ο όσιος, προσέγγισε και αυτή την προσωπικότητα του οσίου πατρός, γεγονός το οποίο γίνεται εύκολα αντιληπτό στον αναγνώστη.
Η Εύλαλη Σιωπή
Φαίνονται εντελώς ασύνδετες και άσχετες μεταξύ τους οι έξι αυτές ομιλίες. Φρονώ όμως ότι τελικά κάτι τις ενοποιεί. Είναι μάλλον η καλή αγωνία πολλών ανθρώπων για γνησιότητα και αυθεντικότητα στην ορθόδοξη χριστιανική πνευματική ζωή. Η κόπωση από τη μεγάλη φλυαρία. Η αναζήτηση της κατανυκτικής κι εύλαλης σιωπής. Της σιωπής της Θεοτόκου. Της χάρης των σιωπηλών προσευχών. Η σκότιση από τη στενοχώρια, τη θλίψη και την κατάθλιψη και η εκζήτηση της άυλης χαράς. Η έπαρση των γονέων και η λαθεμένη αγωγή των τέκνων, πόνος μεγάλος. Το φως του Αγίου Όρους στους νέους. Της θείας Λειτουργίας, θείας Ευχαριστίας και θείας Κοινωνίας οι φωτεινοί συμβολισμοί. Η συνόδευση στο Πάθος του Ιησού. Είναι τα θέματα των αφιλόδοξων αυτών ομιλιών. Παρέχονται προς μελέτη, προς παρακίνηση, προς ανάταση κι αναψυχή μετ’ ευχών ολοθέρμων. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)
Βιβλιοπαρουσίαση : Το κρυφό σχολειό
Οι αναθεωρητές ιστορικοί, εδώ και τριάντα-σαράντα χρόνια, προέβησαν σε μια βίαιη “αλλαγή παραδείγματος” στην ελληνική ιστοριογραφική επιστήμη, καταγγέλλοντας την προηγούμενη ιστορική ανάλυση ως “αναχρονιστική και εθνοκεντρική”, επιβεβλημένη από την “ως τότε κυρίαρχη ελληνοχριστιανική ιδεολογία”… Ένας από τους διακηρυγμένους στόχους της νέας ιστοριογραφίας είναι και η απαλλαγή της ιστορικής αφήγησης από τα “στερεότυπα” και τους “μύθους”, με τους οποίους υποτίθεται πως ήταν αυτή μέχρι τότε συνδεδεμένη.
…Από τους πρώτους “εθνικούς ιστορικούς μύθους” που μπήκαν αμέσως στο στόχαστρο των αναθεωρητών ιστορικών και των οπαδών τους, ήταν το κρυφό σχολειό. Όμως, όπως καταδεικνύεται από μια σειρά ιστορικών μαρτυριών, το κρυφό σχολειό υπήρξε μια ιστορική πραγματικότητα, που γεννήθηκε μέσα απ’ τον άγριο και συνεχή διωγμό που υφίστατο η παιδεία των Ελλήνων καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, από την αρχή μέχρι το τέλος της.
…ο διωγμός της παιδείας από τους Τούρκους προσέλαβε τον χαρακτήρα μιας de facto απαγόρευσης, η οποία ως τελικό στόχο της είχε την ίδια την ελληνική γλώσσα και συνείδηση. Αν ήθελε η κεντρική οθωμανική εξουσία, θα μπορούσε να ελέγξει, έστω και εν μέρει, τις σχετικές αυθαιρεσίες των τοπικών αξιωματούχων της. Όπως και το έκανε κάποιες φορές. Όμως, τις περισσότερες αδιαφορούσε, αν δεν υποδαύλιζε την καταπίεση που ασκούσαν στη μόρφωση και την παιδεία των Ελλήνων τα κατά τόπους διοικητικά όργανά της, οι γενίτσαροι, ακόμη και ο τουρκικός όχλος.
…Το κρυφό σχολειό είναι μια ιστορική πραγματικότητα που επεκτείνεται χρονικά σε όλη την Τουρκοκρατία, και όχι μόνον στους “σκοτεινούς αιώνες” της “πρώτης” Τουρκοκρατίας, όπως νομίζουν πολλοί μελετητές που αποδέχονται την ύπαρξή του. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Κυριακή τῆς Συγγνώμης
Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος
Σήμερα δύο θέματα κυριαρχοῦν στὰ Ἱερά ἀναγνώσματα. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μιλάει γιὰ τὴν νηστεία καὶ ὁ Κύριος γιὰ τὴν συγχώρεση· καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπιμένει στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ νηστεία δὲν συνίσταται ἁπλὰ στὸ νὰ στερεῖ κάποιος τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὸ ἕνα ἤ τὸ ἄλλο φαγητό, οὔτε ἄν τηρεῖται αὐστηρά, μὲ ὑπακοή, μὲ λατρεία· ἄν μᾶς δίνει ἀφορμή νὰ ὑπερηφανευόμαστε, νὰ εἴμαστε ἱκανοποιημένοι καὶ ἀσφαλεῖς, ἐπειδὴ σκοπὸς τῆς νηστείας δὲν εἶναι νὰ στερήσει τὸ σῶμα μας ἀπὸ ἕνα εἶδος φαγητοῦ περισσότερο ἀπὸ ἔνα ἄλλο, ἀλλὰ σκοπὸς τῆς νηστείας εἶναι νὰ ἐπιτύχουμε τὴν κυριαρχία στὸ σῶμα μας καὶ νὰ τὸ κάνουμε τέλειο ὄργανο τοῦ πνεύματος. Τὸν περισσότερο καιρό, εἴμαστε ὑπηρέτες τοῦ σώματος, γοητευόμαστε ἀπὸ ὅλες τὶς αἰσθήσεις μας ἀπὸ τὴν μία ἤ τὴν ἄλλη ἀπόλαυση, ἀλλὰ ἀπὸ μιὰν ἀπόλαυση ποὺ πηγαίνει πολὺ πέρα ἀπὸ τὴν ἁγνότητα ποὺ προσδοκᾶ ἀπὸ ἐμᾶς ὁ Θεός.
Κι ἔτσι ἡ περίοδος τῆς νηστείας μᾶς προσφέρει τὸν χρόνο ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι θὰ βασανίσουμε τὸ σῶμα μας, ὅτι θὰ περιορίσουμε τὸν ἑαυτό μας σὲ ὑλικὰ πράγματα, ἀλλὰ τὸν χρόνο ποὺ θὰ γίνουμε ξανὰ κύριοι τοῦ σώματος μας, κάνοντάς το ἕνα τέλειο ὄργανο. Μοῦ ἔρχεται στὸ νοῦ ὁ τρόπος ποὺ κουρδίζουμε ἕνα μουσικὸ ὄργανο· αὐτὸ εἶναι καὶ ἡ σημασία τῆς νηστείας, νὰ κατακτήσουμε τὴ δύναμη ὄχι μόνο νὰ προστάζουμε τὸ σῶμα μας, ἀλλὰ ἐπίσης νὰ τοῦ δώσουμε τὴ δυνατότητα ν’ ἀνταποκριθεῖ σὲ ὅλες τὶς ἀπαιτήσεις τοῦ πνεύματος.
Ἄς εἰσέλθουμε λοιπὸν στὴν περίοδο τῆς νηστείας ἔχοντας αὐτὸ κατὰ νοῦ, ὄχι μετρώντας τὴ νηστεία μὲ τὸ τὶ καὶ τὸ πόσο τρῶμε, ἀλλὰ μὲ μέτρο τὸ ἀποτέλεσμα ποὺ ἔχει στὴ ζωή μας, κατὰ πόσο ἡ νηστεία μᾶς ἐλευθερώνει, ἤ κατὰ πόσο γινόμαστε ὑπηρέτες της.
Ἄν νηστεύουμε ἄς μὴν εἴμαστε ὑπερήφανοι γι’ αὐτό, ἐπειδή μᾶς ἀποδεικνύει ἁπλὰ ὅτι ἴσως περισσότερο σὲ σχέση μὲ ἕνα ἄλλο πρόσωπο χρειαζόμαστε περισσότερα πράγματα γιὰ νὰ κατακτήσουμε κάτι στὴν φύση μας. Καὶ ἐάν γύρω μας οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι δὲν νηστεύουν ἄς μὴν τοὺς κατακρίνουμε, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς ἔχει δεχθεῖ ἐκείνους ὅσο καὶ τοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ κοιτάζει τὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Κι ἔπειτα ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῆς συγχώρεσης γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ πῶ σύντομα κάτι. Σκεφτόμαστε πάντα ὅτι ἡ συγχώρεση εἶναι ὁ τρόπος ποὺ θὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε σ’ ἕνα πρόσωπο ποὺ μᾶς ἔχει προσβάλλει, ποὺ μᾶς ἔχει πληγώσει, ποὺ μᾶς ἔχει ταπεινώσει, ὅτι τὸ παρελθὸν εἶναι παρελθὸν καὶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ κρατᾶμε πιὰ κακία ἀπέναντι του. Ἀλλὰ ἡ βαθύτερη σημασία τῆς συγχώρεσης εἶναι ἄν μποροῦμε νὰ ποῦμε σ’ ἕνα πρόσωπο: ἄς μὴν μετατρέψουμε τὸ παρελθὸν σ’ ἕνα καταστροφικὸ παρόν, ἄφησέ με νὰ σ’ ἐμπιστευτῶ, νὰ κάνω κάτι ποὺ νὰ δείχνει τὴν πίστη μου σὲ σένα, ἐὰν σὲ συγχωρήσω, σημαίνει γιὰ μένα ὅτι στὰ δικά μου μάτια δὲν εἶσαι χαμένος, ὅτι στὰ δικά μου μάτια ὑπάρχει σὲ σένα ἕνα μέλλον ὀμορφιᾶς καὶ ἀλήθειας.
Ἀλλὰ αὐτὸ ἀφορᾶ ἐπίσης καὶ ἐμᾶς. Διεστραμμένα, σκεφτόμαστε πολὺ συχνὰ νὰ συγχωρήσουμε τοὺς ἄλλους, ἀλλὰ δὲν σκεφτόμαστε ἀρκετὰ τὴν ἀνάγκη ποὺ ἔχουμε, ὁ κάθε ἕνας ἀπὸ ἐμᾶς προσωπικά, νὰ μᾶς συγχωροῦν οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι. Ἀπομένουν λίγες ὧρες πρὶν τὴν Λειτουργία καὶ τὴν ἀκολουθία τῆς Συγγνώμης ἀπόψε, ἄς προβληματιστοῦμε καὶ ἄς προσπαθήσουμε νὰ θυμηθοῦμε, ὄχι τὶς προσβολὲς ποὺ ἔχουμε ὑποφέρει, ἀλλὰ τὸν πόνο ποὺ ἔχουμε προκαλέσει. Καὶ ἄν μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο ἔχουμε πληγώσει κάποιον γιὰ μικρὰ ἤ πιὸ σπουδαῖα πράγματα, ἄς βιαστοῦμε πρὶν νὰ εἰσέλθουμε στὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς αὔριο τὸ πρωί, ἄς βιαστοῦμε νὰ ζητήσουμε συγχώρεση, ν’ ἀκούσουμε κάποιον νὰ μᾶς λέει: πέρα ἀπ’ ὅ,τι ἔχει συμβεῖ πιστεύω σὲ σένα, σ’ ἐμπιστεύομαι, ἐλπίζω σὲ σένα καὶ θὰ περιμένω τὰ πάντα ἀπὸ ἐσένα. Καὶ τότε μποροῦμε μαζὶ νὰ διανύσουμε τὴν Σαρακοστή, βοηθώντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλο νὰ γίνουμε αὐτὸ ποὺ καλούμαστε νὰ εἴμαστε – νὰ γίνουμε μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ, ἀκολουθώντας Τον βῆμα – βῆμα πρὸς τὸν Γολγοθᾶ, καὶ πέρα ἀπὸ τὸν Γολγοθᾶ πρὸς τὴν Ἀνάσταση. Ἀμήν.
Ἀπόδοση Κειμένου: www.agiazoni.gr
Πρωτότυπο κείμενο
19February 25, 1996
In the name of the Father, the Son and the Holy Ghost.
To-day two themes dominate the readings of the Holy Scriptures. St Paul speaks to us about fasting and the Lord about forgiveness, and St Paul insists on the fact that fasting does not consist simply of depriving oneself of one form of food or another, neither does it, if it is kept strictly, obediently, worshipfully, give us any ground to be proud of ourselves, satisfied and secure, because the aim of fasting is not to deprive our body of the one form of food rather than the other, the aim of fasting is to acquire mastery over our body and make it a perfect instrument of the spirit. Most of the time we are slaves of our bodies, we are attracted by all our senses to one form or another of enjoyment, but of an enjoyment which goes far beyond the purity which God expects of us.
And so, the period of fasting offers us a time during which we can say not that I will torment my body, limit myself in things material, but a time when I will re-acquire mastery of my body, make it a perfect instrument. The comparison that comes to my mind is that of tuning a musical instrument; this is what fasting is, to acquire the power not only to command our body, but also to give our body the possibility to respond to all the promptings of the spirit.
Let us therefore go into fasting with this understanding, not measuring our fasting by what we eat and how much, but of the effect it has on us, whether our fasting makes us free or whether we become slaves of fasting itself.
If we fast let us not be proud of it, because it proves simply that we need more perhaps than another person to conquer something in our nature. And if around us other people are not fasting let us not judge them, because God has received the ones as He receives the others, because it is into the heart of men that He looks.
And then there is the theme of forgiveness, of which I will say only one short thing. We think always of forgiveness as a way in which we would say to a person who has offended, hurt, humiliated us, that the past is past and that we do not any more hold a grudge against this person. But what forgiveness means more deeply than this is that if we can say to a person: let us no longer make the past into a destructive present, let me trust you, make an act of faith in you, if I forgive you it means in my eyes you are not lost, in my eyes there is a future of beauty and truth in you.
But this applies also to us. Perversely, we think very often of forgiving others, but we do not think sufficiently of the need in which we are, each of us personally, of being forgiven by others. We have a few hours left between the Liturgy and the Service of Forgiveness tonight, let us reflect and try to remember, not the offences which we have suffered, but the hurts which we have caused. And if we have hurt anyone in one way or another, in things small or great, let us make haste before we enter into Lent tomorrow morning, let us make haste to ask to be forgiven, to hear someone say to us: in spite of all that has happened I believe in you, I trust you, I hope for you and I will expect everything from you. And then we can go together through Lent helping one another to become what we are called to be – the disciples of Christ, following Him step by step to Calvary, and beyond Calvary to the Resurrection. Amen.
Απλά και Ορθόδοξα
«ἐν ἁπλότητι καὶ εἰλικρινείᾳ Θεοῦ» (Β΄Κορ. 1, 12)
Κυριακή Τελώνου και Φαρισαίου
Δύο θέματα θίγει ο Χριστός σήμερα, Κυριακή του Τελώνου και το Φαρισαίου, με την παραβολή που μας διηγείται: τον τρόπο της προσευχής μας προς τον Θεό και τη σημασία της ταπεινώσεως. Βρέθηκαν και οι δύο στο Ναό για να προσευχηθούν, και ο μεν Φαρισαίος με εμφανή υπερηφάνεια ευχαριστούσε τον Θεό που δεν ήταν όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι, άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή σαν τον Τελώνη, αλλά αντίθετα νήστευε δυο φορές την εβδομάδα και έδινε στο Ναό τις καθορισμένες εισφορές. Από την άλλη, ο Τελώνης είχε σκύψει με το πρόσωπο στο έδαφος και προσευχόταν λέγοντας “ο Θεός, συγχώρεσέ με τον αμαρτωλό”. “Αλήθεια σας λέω”, κλείνει ο Χριστός την παραβολή, “αυτός εδώ ανεχώρησε δικαιωμένος από το Ναό, κι όχι ο Φαρισαίος. Γιατί αυτός που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, ενώ ο ταπεινός θα υψωθεί”.
Ίσως αναρωτηθεί κανείς “μα πώς αλλιώς έπρεπε να προσευχηθεί ο Φαρισαίος, εφόσον όντως ήταν δίκαιος και τηρούσε τις εντολές του Θεού;” -Ούτε με τόση υπερηφάνεια, ούτε με διάθεση κατακρίσεως του Τελώνη και μαζί με αυτόν όλων των άλλων ανθρώπων. Ο εγωισμός του τον οδηγεί όχι μόνο στο να θεωρεί όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους άρπαγες, αμαρτωλούς και υποδεέστερούς του, αλλά επίσης και στο να πιστεύει ότι η προσωπική του “αρετή” είναι δικό του αποκλειστικά επίτευγμα. Έτσι ουσιαστικά στην προσευχή του δεν ευχαριστεί τον Θεό, αλλά λιβανίζει τον ίδιο του τον εαυτό. Δεν λέει “ευχαριστώ, Θεέ μου, που με τη βοήθειά σου τηρώ πιστά τις εντολές σου, που βρίσκεσαι δίπλα μου, που με προφυλάσσεις, που μου παρέχεις πλούσια τα αγαθά σου ”, όχι, δεν λέει τίποτα από αυτά. Αντίθετα, νιώθει τόσο αυτάρκης και υπερήφανος, που και αυτή ακόμα την προσευχή την εκφυλίζει σε ένα ακόμα μέσο αυτοπροβολής, αυταρέσκειας, αυτοδικαίωσης και υποκρισίας. Γι’ αυτό, και ακόμα περισσότερο επειδή κατακρίνει και αφορίζει τον πλησίον του, ο Θεός όχι μόνο δεν άκουσε την προσευχή του, αλλά τον χρέωσε με την μεγαλύτερη από τις αμαρτίες, αυτή του εγωισμού και της υπερηφάνειας.
Ο Τελώνης αντίθετα, προσεύχεται με ταπείνωση. Ζητά με συντριβή καρδίας από τον Θεό να μην τον εγκαταλείψει παρά την αμαρτωλότητά του και να του παράσχει την θεϊκή Του βοήθεια. Έχει συναίσθηση των πράξεών του, γνωρίζει ότι δεν είναι τέλειος και γι αυτό η προσευχή του γίνεται ένας αγώνας για να κερδηθεί ο χαμένος δρόμος, και για να έλθει ο Θεός βοηθός στις ατέλειες. Η θέρμη της προσευχής του, το αίσθημα αυτογνωσίας, η αυτοκατάκριση, η ταπείνωση και η συντριβή που επιδεικνύει, καταφέρνουν να ελκύσουν τη συγγνώμη του Θεού, την αγάπη Του, την κραταιά Του προστασία, και έχουν τη δύναμη να μεταμορφώσουν τη ζωή του Τελώνη, οδηγώντας τον μέσα από την μετάνοια στην πραγματική δικαίωση ενώπιον του Θεού.
Το μήνυμα για τον καθένα από εμάς είναι παραπάνω από σαφές. Η προσευχή μας προς τον Θεό, είτε είναι ευχαριστία για τις ευεργεσίες και τις δωρεές Του προς εμάς είτε είναι ικεσία και παράκληση για συγχώρεση, για αναπλήρωση των προσωπικών μας αδυναμιών ή ακόμα για οποιοδήποτε αίτημά μας, προκειμένου να εισακουστεί από τον Θεό οφείλει να είναι απαλλαγμένη από τον εγωισμό και από την κατάκριση των συνανθρώπων μας. Η προσευχή χωρίς ταπείνωση καλύτερα να μη γίνεται, γιατί στο τέλος όχι μόνο δεν μας ωφελεί, αλλά μας ζημιώνει πνευματικά.
Αλλά και η ζωή μας ολόκληρη, όταν στερείται ταπεινοφροσύνης, όσο κι αν προσπαθούμε να την κάνουμε να φαίνεται σύμφωνη με τις εντολές του Θεού ή έστω με τους ηθικούς κώδικες που θεωρούμε σωστούς, το μόνο που καταφέρνει είναι να μας κάνει σαν τον Φαρισαίο, όμορφους εξωτερικά αλλά κενούς εσωτερικά. Γιατί αν θεωρήσουμε, όπως εκείνος, τους εαυτούς μας τέλειους, τότε μοιραία θα κατακρίνουμε όλους τους υπόλοιπους ανθρώπους, θα τους βάλουμε απέναντί μας ως ανεπαρκείς και αμαρτωλούς. Και μέσα από μια τέτοια στάση δεν μπορεί να υπάρξει ούτε να καλλιεργηθεί η συμπόνοια, η συγγνώμη, η αγάπη. Ο άνθρωπος που θεωρεί τον εαυτό του τέλειο καταλήγει ουσιαστικά μόνος, εγκλωβισμένος στο Εγώ του, και πάντως μακριά από την αγάπη και την κοινωνία με τον Θεό και με τον πλησίον.
Μέσα από τη σημερινή παραβολή ο Χριστός θέλει να μας διδάξει τη σημασία της ταπείνωσης για τη ζωή μας. Ζούμε σε μια εποχή που όλο και πιο συχνά οι κοινωνίες μας χαρακτηρίζονται ως απάνθρωπες και οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων ως ψυχρές, ανούσιες, ανιαρές. Όσο στις καρδιές μας πρυτανεύει ο εγωισμός, οι σχέσεις μας και οι ζωές μας θα γίνονται όλο και πιο απάνθρωπες. Αντίθετα η ταπείνωση ως έκφραση αγάπης, γιατί αυτό είναι στην πραγματικότητα, έχει τη δύναμη να ζεστάνει και να μαλακώσει τις καρδιές μας, να μας φέρει πιο κοντά τόσο με τους συνανθρώπους μας όσο και στην προσωπική μας λύτρωση. Ας μη ξεχνάμε άλλωστε ότι μέσα από την άκρα Ταπείνωση του Θεού, που συνέστειλε την θεότητά Του και καταδέχτηκε να γίνει άνθρωπος και να θανατωθεί από αμαρτωλούς ανθρώπους, συντελέστηκε το έργο της Αναστάσεως και της λύτρωσής μας.
Πηγή : Απλά και Ορθόδοξα
βιβλιοπαρουσίαση: Το 1821 Σήμερα
Γιατί είναι ανάγκη να μελετήσουμε την Τουρκοκρατία και το 1821;
Τι μπορεί να σημαίνει για τους νέους μας σήμερα η Ελληνική Επανάσταση;
– Το 1821 μας ενδιαφέρει για να διδαχθούμε από τον αντιστασιακό χαρακτήρα του Έλληνα και από τις δυνάμεις που τον κράτησαν όρθιο υπό συνθήκες δουλείας: Την Ορθόδοξη Πίστη και την πεποίθηση της συνέχειας του Ελληνικού Έθνους.
– Τα μηνύματα του 1821 αφορούν και την αντιμετώπιση των συγχρόνων εθνικών θεμάτων. Να μην βασιζόμαστε στους ξένους, αλλά να βασιζόμαστε κυρίως στις δικές μας δυνάμεις. Αν δεν αποδείξεις ότι έχεις θέληση για νίκη, κανείς ξένος δεν σε υπολογίζει.
– Για να αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος, όπως είναι η διχόνοια.
– Για να θυμόμαστε και να τιμούμε αυτούς που έδωσαν μάχες ειρηνικές και πολεμικές, για να διαφυλάξουν την εθνική ταυτότητα, για να διαδώσουν την ελληνορθόδοξη παιδεία, για να φέρουν την ελευθερία.
– Για να μην απελπιζόμαστε στα δύσκολα. Να αντλούμε ελπίδα και αισιοδοξία από τα ιδανικά και από τη μαχητικότητα των προγόνων μας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
