Μωχάμετ-Μιχαήλ (Βιβλίο)

Μια ιστορία που θα μπορούσε να είναι και αληθινή…

Ένα παιδί που ξεφεύγει από τον πόλεμο και την καταστροφή, ένας νεαρός άνδρας που μεγαλώνει μέσα στην αγάπη των ανθρώπων που συνάντησε. Ένας επιστήμονας που γυρνάει στην πατρίδα του για να δώσει λίγα απ΄ όσα έλαβε. Που επιζητεί να ζήσει και να προσφέρει, όσο μπορεί, όπως ο  Σωτήρας του, ο Χριστός.

Ένα μυθιστόρημα που διαβάζουμε με κομμένη την ανάσα, μέχρι την τελευταία σελίδα του.

«Ένας άνθρωπος μέσα στο άπειρο σύμπαν… Απειροελάχιστος αυτός, πολεμώντας  μέσα σε απρόβλεπτο ωκεανό δοκιμασιών, δυσκολιών, θλίψεων, πόνων, πληγμάτων και τραυμάτων… Άνθρωπος με αίμα και δάκρυα και βάθος απροσμέτρητο, μέσα στη μικρότητά του, την αδυναμία του, τη μοναδικότητά του, την ελευθερία του…».

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου

Να τον ρωτάς τον ουρανό! (Βιβλίο)

Η ζωή ενός Αγίου είναι ένα είναι ένα παράθυρο στον ουρανό, ένα φωτάκι ελπίδας στον γκρίζο κόσμο που καλούμαστε να ζήσουμε. Αυτός είναι και ο λόγος που γράφτηκε κι αυτό το βιβλίο. Για να παραμείνει το παράθυρο ανοιχτό στον ουρανό. «Για να ρωτάς τον ουρανό!». Για να κρατήσει μέσα σας ζωντανή την ελπίδα, για έναν κόσμο όπως τον ονειρεύεστε, μέσα στην αγάπη και στην απέραντη αγκαλιά του Θεού

Η Κεχαριτωμένη

Το πρόσωπο που τιμά η Εκκλησία μας περισσότερο, μετά τον Θεάνθρωπο Κύριο, τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό, είναι η Υπεραγία Θεοτόκος. Στη συνείδησή της -την πίστη και τη λατρεία της- η Παναγία είναι τιμιωτέρα ακόμη και αυτών των Χερουβείμ και ενδοξοτέρα των Σεραφείμ.
Είναι απεριόριστος ο σεβασμός, η τιμή, η αγάπη και η αφοσίωση πού τρέφουμε οι ορθόδοξοι χριστιανοί προς την Παρθένο Μαρία. Μετά από τον Κύριο Ιησού, είναι εκείνη πού κατέχει την κεντρικότερη θέση στην εκκλησιαστική λατρεία και την ατομική προσευχή μας. Οι συντομότατες προσευχές, πού οι πιστοί απευθύνουμε προς τη Θεοτόκο, “Υπεραγία Θεοτόκε”, “πρέσβευε υπέρ ημών” ή “σώσον ημάς!”, ακούονται αναρίθμητες φορές σε κάθε λατρευτική σύναξη.
Η επίκληση “Παναγία μου!”, που αυθόρμητα αναπηδά από τα χείλη μας κάθε ώρα και κάθε στιγμή -ιδιαίτερα στις δύσκολες ώρες- διαδηλώνει τη βαθιά εμπιστοσύνη και την ακλόνητη πεποίθηση της πνευματικής παρουσίας της στη ζωή μας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Κλίμαξ

Την Κλίμακα, το αριστούργημα αυτό της ελληνορθοδόξου γραμματείας, το ιερογράφημα του θεοβαδίστου Όρους, πάντοτε την εμελετώμεν μετά πόθου. Ηγωνιζόμεθα να την αντιγράφωμεν εις τας μυστικάς δέλτους της ψυχής μας. Την καθιερώσαμεν, μετά τα θεόπνευστα λόγια της Αγίας Γραφής, πνευματικόν καθοδηγητήν, συμφώνως προς τας οδηγίας των αειμνήστων Γερόντων μας, οι οποίοι παιδιόθεν μας εμύησαν εις την ατραπόν της αγγελικής πολιτείας. Η Κλίμαξ όμως που εδιαβάζομεν ήτο η μετάφρασις του Σιναΐτου Αρχιμανδρίτου Ιερεμίου, η οποία εξεδόθη πρό 204 ακριβώς ετών. Μάλλον δεν πρόκειται περί μεταφράσεως, αλλά περί εκτεταμένης ερμηνευτικής αναλύσεως, εφ’ όσον μια σειρά του κειμένου αντιστοιχεί με πέντε ή δέκα ή και περισσοτέρας σειράς ιδικάς της.  (ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ ΤΗΣ ΕΚΔΟΣΗΣ)

‘Ονειρα και θαύματα του Λαού (Βιβλιοπαρουσίαση)

Το πως στέκεται κανείς απέναντι στο θαύμα είναι ζήτημα πνευματικό. Σήμερα είναι ιδιαίτερα επίκαιρο, καθώς πυκνώνει ολοένα στον χώρο της εκκλησίας η υποψία ενός αποπροσανατολισμού: η θαυματολογία, η προφητολογία και τα ενύπνια «σημεία» μοιάζει να μονοπωλούν (ή σχεδόν να έχουν υποκαταστήσει) την αυθεντική πνευματική διδαχή και καθοδήγηση. Τα κριτήρια απουσιάζουν και οι ερμηνείες αναδύονται θολές. 
   Η παρούσα έκδοση προσεγγίζει αυτό το καίριο ζήτημα. Το κείμενο του π. Ιωήλ εκφωνήθηκε ως διάλεξη στην Καλαμάτα το 1962. Πρέπει να εκδόθηκε σε πρώτη έκδοση αμέσως μετά, το 1963, και σίγουρα σε δεύτερη το 1970 – αυτή τη δεύτερη έκδοση χρησιμοποιούμε εδώ. Ενδιαμέσως, ο συγγραφέας κοιμήθηκε (1966). Στο βιβλίο αυτό, το παλαιό κείμενο του μακαριστού π. Ιωήλ συνομιλεί με το επίμετρο που έγραψε ο π. Αντώνιος Πινακούλας, ο οποίος διαλέγεται με το κείμενο του μακαριστού Γέροντα, το φέρνει στο σήμερα, φωτίζει τις αθέατες πλευρές του και το ξεδιπλώνει. 
   Εάν αναζητώντας θαύματα παραθεωρήσουμε τη θέση του σταυρού στη ζωή μας, δεν θα οικειοποιηθούμε τη σωτηρία πού μας χάρισε ο Χριστός. Τα εξωτερικά θαύματα είναι αληθινά όταν συνδέονται με την αγάπη και έχουν αξία όταν μας οδηγούν στο εσωτερικό θαύμα τής πνευματικής μας προκοπής…

Συνωστισμένες στο Ζάλογγο.

Στις μέρες μας, λοιπόν, στα πλαίσια της (αποδομητικής;) κριτικής των «εθνικών αφηγήσεων», οι οποίες επέτρεψαν τη συγκρότηση και την εδραίωση του εθνικού κράτους, μαζί με άλλους κομβικούς «εθνικούς μύθους» -κρυφό σχολειό, κήρυξη της επανάστασης την 25η Μαρτίου κ.ά.-, επιχειρείται και η «απομυθοποίηση» του Σουλίου και των Σουλιωτών. Και το επιχείρημα, ή μάλλον η δικαιολογία, που προβάλλεται, είναι πως επιβάλλεται να «ξαναγραφτεί» η ιστορία, χρησιμοποιώντας νέα ερευνητικά και θεωρητικά εργαλεία.

Πράγματι, κάθε γενιά, κάθε εποχή, οφείλει να επανεξετάζει τα ιστορικά γεγονότα και να συμπληρώνει, να διορθώνει, κάποτε και να αναθεωρεί αν χρειαστεί, υπό το φως νέων πηγών και νέων ιδεών. Ωστόσο, θα πρέπει να ξαναγραφτεί για να φωτιστεί και όχι για να αποσιωπηθούν πτυχές της ή ακόμα και να διαστρεβλωθεί. Έτσι, πρέπει να είναι ευπρόσδεκτη μια σύγχρονη ιστορική έρευνα που δεν μένει στα εργαλεία και τις πηγές που υπήρχαν στην εποχή του Παπαρρηγόπουλου. Η ενδελεχής έρευνα των πηγών, η χρήση της οικονομικής ιστορίας, ακόμα και η σχετική αποστασιοποίηση από τα ιστορικά γεγονότα, δεν είναι μόνον θεμιτές αλλά και αναγκαίες.

Οι επικρίσεις μας λοιπόν στους αποδομητές ιστορικούς δεν αφορούν εν τέλει στην απομυθοποιητική τους πρόθεση -που, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσε να λειτουργήσει και θετικά, αποκαλύπτοντας κρυμμένες πλευρές της ιστορίας- αλλά μάλλον στην επιχειρούμενη συστηματική διαστρέβλωση και αποσιώπηση της ιστορικής αλήθειας.

Είναι θεμιτό και αναγκαίο να διερευνηθεί η οργάνωση και ο ρόλος των πατριών, ή οι οικονομικές σχέσεις εξάρτησης των παρασουλιώτικων χωριών από τις μεγάλες φάρες του Σουλίου κ.λπ. Ωστόσο, δεν μπορεί να παρασιωπηθεί ή να υποβαθμιστεί το στοιχείο της αγωνιστικότητας, της μαχητικότητας και του ηρωισμού των Σουλιωτών, ή οι μέθοδοι και τα στρατηγήματα που χρησιμοποιούσαν κατά τις αναρίθμητες συγκρούσεις τους. Και αυτό όχι μόνο, ή κυρίως, για λόγους εθνικού φρονηματισμού -για το Σούλι θα μπορούσε να γράψει και κάποιος ξένος ιστορικός- αλλά διότι αυτό το στοιχείο είναι συστατικό της σουλιώτικης κοινότητας. Αυτή δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει χωρίς το αγωνιστικό/ηρωικό στοιχείο που σφραγίζει άνδρες, γυναίκες και παιδιά μιας πολεμικής ομοσπονδίας. Θα ήταν ως εάν γράφαμε για τη Σπάρτη παραγνωρίζοντας ή υποβαθμίζοντας το επίσης ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο και μέναμε μόνο στις σχέσεις με τους είλωτες, τους περιοίκους κ.λπ. Όμως, η Σπάρτη και το Σούλι ήταν κατ’ εξοχήν πολεμικές κοινότητες και το ηρωικό/αγωνιστικό στοιχείο ήταν προϋπόθεση της ύπαρξής τους.

Και είναι κρίμα το ότι πιο πρόσφατα έργα για το Σούλι -σε μία εποχή που εκπονούνται ελάχιστες σχετικές μελέτες-γράφτηκαν με στόχο τους Σουλιώτες, δηλαδή την αποδόμησή τους. Κατ’ αρχάς, διότι, υποβαθμίζοντας το Ζάλογγο και τη Δέσπω, «ξεχνώντας» τη Λένη Μπότσαρη, αμφισβητώντας την αυτοπυρπόληση του Σαμουήλ, μεταβάλλοντας σε κυριολεκτικό θήραμα μιας δήθεν αντικειμενικής ιστοριογραφίας τον Φώτο Τζαβέλα, αποτυγχάνουν στην ίδια την αναπαράσταση της σουλιώτικης κοινότητας, για την οποία ανάλογες πράξεις ηρωισμού αποτελούσαν προϋπόθεση της επιβίωσής της και κομβικό στοιχείο της «ιδιοπροσωπίας» της. Επί πλέον, εξ αιτίας των εθνοαποδομητικών αντιλήψεων και των συναφών ιδεολογικών παρωπίδων, το έργο τους -κατ’ εξοχήν εκείνο της Ψιμούλη, με τις σχετικές αναλήθειες, παρασιωπήσεις και διαστρεβλώσεις- σκιάζεται στο σύνολό του από την υποψία της αναξιοπιστίας. Για να αναγνωστεί από τον οποιονδήποτε επιμελή αναγνώστη, θα πρέπει να συνοδεύεται από έναν όγκο παραπεμπόμενων βιβλίων και εγγράφων, μια και δεν έχουμε να κάνουμε με περιστασιακά λάθη και παρασιωπήσεις, αλλά με ένα συστηματικό εγχείρημα αποδόμησης των Σουλιωτών, και της… ιστορικής αλήθειας, παρεμπιπτόντως.

Εξ άλλου, όσα ήδη προανέφερα για την αιτιολόγηση της αγωνιστικής/ηρωικής φύσης της σουλιώτικης κοινότητας θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια μορφή… θεμιτής απομυθοποίησης, διότι το ηρωικό στοιχείο τοποθετείται μέσα σε συγκεκριμένα ιστορικά και κοινωνικά πλαίσια και δεν εμφανίζεται πέραν και υπεράνω της ιστορίας. Αν, λοιπόν, με το επιχείρημα της απομυθοποίησης, μια ιστορία του Σουλίου και των Σουλιωτών, από το ένα άκρο, δηλαδή τη σχεδόν αποκλειστική επικέντρωση στην περιγραφή γεγονότων, κατεξοχήν πολεμικών, οδηγείται στο αντίθετο, δηλαδή σε μια καταγραφή των δημογραφικών, οικονομικών, κοινωνικών, γεωγραφικών δεδομένων, συρρικνώνοντας και διαστρεβλώνοντας τα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τότε βαρύνεται από έναν αντίστροφο και πιο επικίνδυνο στραβισμό. Πόσο μάλλον αν διαστρέφει και τα σχετικά στοιχεία για να προσλάβει το ζητούμενο.

Γι’ αυτό, για την ιστορία του Σουλίου, θα συνεχίσουμε να προσφεύγουμε προνομιακά στον Περραιβό, τον Λαμπρίδη, τον Αραβαντινό, τον Παπακώστα ή ακόμα και τον Μπενέκο. Διότι, παρά τους περιορισμούς της εποχής τους, είχαν εντοπίσει τα κομβικά στοιχεία της σουλιώτικης «ιδιοπροσωπίας».

Μια σύγχρονη ιστορία του Σουλίου εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο, και ελπίζω αυτή η μικρή μελέτη να βοηθήσει όποιον ή όποια αναλάβει να φέρει σε πέρας μια επί τέλους ολοκληρωμένη και ισορροπημένη ιστορία των Λακεδαιμονίων της Ηπείρου.

Έλα Φώς

Οι εκδόσεις «Θεσβίτης» της Ιεράς Μονής Προφήτου Ηλιού Θήρας παρουσιάζουν το νέο βιβλίο του πρωτοπρεσβυτέρου π. Σπυρίδωνα Βασιλάκου για τον νέο Άγιο της Εκκλησίας μας, Όσιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη.

Το κείμενο χαρακτηρίζεται από παραστατικότητα και ζωντάνια, ενώ η όλη πρωτότυπη σύλληψη συγγραφής του (καθώς παρουσιάζεται ο όσιος Εφραίμ να διηγείται ο ίδιος περιστατικά του βίου) το καθιστά πρωτότυπο και ιδιαίτερα ελκυστικό για τον αναγνώστη.

Ο διαδεκριμένος θεολόγος, ιεροκήρυκας και συγγραφέας π. Σπυρίδων Βασιλάκος, εφημέριος του Προσκυνηματικού Ναού του Ευαγγελιστού Λουκά Θηβών, θα μπορούσαμε να πούμε πως «σπούδασε» όχι μόνο όλα όσα έχουν μέχρι στιγμής γραφεί για τον όσιο αλλά, ερχόμενος σε προσωπική επαφή με Θηβαίους συγγενείς και ανθρώπους που συνδεόταν ο όσιος, προσέγγισε και αυτή την προσωπικότητα του οσίου πατρός, γεγονός το οποίο γίνεται εύκολα αντιληπτό στον αναγνώστη.

Η Εύλαλη Σιωπή

Φαίνονται εντελώς ασύνδετες και άσχετες μεταξύ τους οι έξι αυτές ομιλίες. Φρονώ όμως ότι τελικά κάτι τις ενοποιεί. Είναι μάλλον η καλή αγωνία πολλών ανθρώπων για γνησιότητα και αυθεντικότητα στην ορθόδοξη χριστιανική πνευματική ζωή. Η κόπωση από τη μεγάλη φλυαρία. Η αναζήτηση της κατανυκτικής κι εύλαλης σιωπής. Της σιωπής της Θεοτόκου. Της χάρης των σιωπηλών προσευχών. Η σκότιση από τη στενοχώρια, τη θλίψη και την κατάθλιψη και η εκζήτηση της άυλης χαράς. Η έπαρση των γονέων και η λαθεμένη αγωγή των τέκνων, πόνος μεγάλος. Το φως του Αγίου Όρους στους νέους. Της θείας Λειτουργίας, θείας Ευχαριστίας και θείας Κοινωνίας οι φωτεινοί συμβολισμοί. Η συνόδευση στο Πάθος του Ιησού. Είναι τα θέματα των αφιλόδοξων αυτών ομιλιών. Παρέχονται προς μελέτη, προς παρακίνηση, προς ανάταση κι αναψυχή μετ’ ευχών ολοθέρμων. (ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΤΟ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ)

Βιβλιοπαρουσίαση : Το κρυφό σχολειό

Οι αναθεωρητές ιστορικοί, εδώ και τριάντα-σαράντα χρόνια, προέβησαν σε μια βίαιη “αλλαγή παραδείγματος” στην ελληνική ιστοριογραφική επιστήμη, καταγγέλλοντας την προηγούμενη ιστορική ανάλυση ως “αναχρονιστική και εθνοκεντρική”, επιβεβλημένη από την “ως τότε κυρίαρχη ελληνοχριστιανική ιδεολογία”… Ένας από τους διακηρυγμένους στόχους της νέας ιστοριογραφίας είναι και η απαλλαγή της ιστορικής αφήγησης από τα “στερεότυπα” και τους “μύθους”, με τους οποίους υποτίθεται πως ήταν αυτή μέχρι τότε συνδεδεμένη.
…Από τους πρώτους “εθνικούς ιστορικούς μύθους” που μπήκαν αμέσως στο στόχαστρο των αναθεωρητών ιστορικών και των οπαδών τους, ήταν το κρυφό σχολειό. Όμως, όπως καταδεικνύεται από μια σειρά ιστορικών μαρτυριών, το κρυφό σχολειό υπήρξε μια ιστορική πραγματικότητα, που γεννήθηκε μέσα απ’ τον άγριο και συνεχή διωγμό που υφίστατο η παιδεία των Ελλήνων καθ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, από την αρχή μέχρι το τέλος της.
…ο διωγμός της παιδείας από τους Τούρκους προσέλαβε τον χαρακτήρα μιας de facto απαγόρευσης, η οποία ως τελικό στόχο της είχε την ίδια την ελληνική γλώσσα και συνείδηση. Αν ήθελε η κεντρική οθωμανική εξουσία, θα μπορούσε να ελέγξει, έστω και εν μέρει, τις σχετικές αυθαιρεσίες των τοπικών αξιωματούχων της. Όπως και το έκανε κάποιες φορές. Όμως, τις περισσότερες αδιαφορούσε, αν δεν υποδαύλιζε την καταπίεση που ασκούσαν στη μόρφωση και την παιδεία των Ελλήνων τα κατά τόπους διοικητικά όργανά της, οι γενίτσαροι, ακόμη και ο τουρκικός όχλος.
…Το κρυφό σχολειό είναι μια ιστορική πραγματικότητα που επεκτείνεται χρονικά σε όλη την Τουρκοκρατία, και όχι μόνον στους “σκοτεινούς αιώνες” της “πρώτης” Τουρκοκρατίας, όπως νομίζουν πολλοί μελετητές που αποδέχονται την ύπαρξή του. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

βιβλιοπαρουσίαση: Το 1821 Σήμερα

Γιατί είναι ανάγκη να μελετήσουμε την Τουρκοκρατία και το 1821;
Τι μπορεί να σημαίνει για τους νέους μας σήμερα η Ελληνική Επανάσταση;
– Το 1821 μας ενδιαφέρει για να διδαχθούμε από τον αντιστασιακό χαρακτήρα του Έλληνα και από τις δυνάμεις που τον κράτησαν όρθιο υπό συνθήκες δουλείας: Την Ορθόδοξη Πίστη και την πεποίθηση της συνέχειας του Ελληνικού Έθνους.
– Τα μηνύματα του 1821 αφορούν και την αντιμετώπιση των συγχρόνων εθνικών θεμάτων. Να μην βασιζόμαστε στους ξένους, αλλά να βασιζόμαστε κυρίως στις δικές μας δυνάμεις. Αν δεν αποδείξεις ότι έχεις θέληση για νίκη, κανείς ξένος δεν σε υπολογίζει.
– Για να αποφύγουμε τα λάθη του παρελθόντος, όπως είναι η διχόνοια.
– Για να θυμόμαστε και να τιμούμε αυτούς που έδωσαν μάχες ειρηνικές και πολεμικές, για να διαφυλάξουν την εθνική ταυτότητα, για να διαδώσουν την ελληνορθόδοξη παιδεία, για να φέρουν την ελευθερία.
– Για να μην απελπιζόμαστε στα δύσκολα. Να αντλούμε ελπίδα και αισιοδοξία από τα ιδανικά και από τη μαχητικότητα των προγόνων μας. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)